ανάμεικτος

(προωθήθηκε από ανάμεικτη)
Μεταφράσεις

ανάμεικτος

(a'namiktos) αρσενικό

ανάμεικτη

(a'namikti) θηλυκό

ανάμεικτο

mixedgemischtmistimieszane混合混合blandet혼합blandat (a'namikto) ουδέτερο
επίθετο
1. ανακατεμένος ανάμεικτα μπαχαρικά
2. με διάφορα υλικά ανάμεικτο σάντουιτς
3. μπερδεμένος ανάμεικτα συναισθήματα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close