ανέγερση

Μεταφράσεις

ανέγερση

construction, erectionconstrucciónBaucostruzioneconstructionстроительствоbouwconstruçãoالبناءстроителство建设建設建設건설konstruktion (a'neʝersi)
ουσιαστικό θηλυκό
χτίσιμο, κατασκευή ανέγερση κτιρίου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close