αναβαθμίζω

Μεταφράσεις

αναβαθμίζω

upgrade, updatemettre à jour (anavaθ'mizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βελτιώνω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close