ανακάμπτω

Μεταφράσεις

ανακάμπτω

(ana'kampto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
πάω καλύτερα η οικονομία ανακάμπτει
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close