ανακατεύω

Αναζητήσεις σχετικές με ανακατεύω: αλείφω, ανακατεύομαι
Μεταφράσεις

ανακατεύω

admix, churn, mix, muddle, stir (anaka'tevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ενώνω ανακατεύω τη ζάχαρη με το βούτυρο
2. αναδεύω ανακατεύω τη σαλάτα ανακατεύω τη σούπα
3. μπλέκω, μπερδεύω Ανακάτεψες τα χαρτιά μου!
4. βάζω κπ σε δύσκολη θέση μπλέκω κπ σε μια υπόθεση Μη με ανακατεύεις στις υποθέσεις σου, σε παρακαλώ.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close