ανακουφίζω

Μεταφράσεις

ανακουφίζω

soulagerrelieve, allay, alleviateيُخَفِّفُzmírnitlindreerleichternaliviarhelpottaaolakšatialleviare安心させる경감시키다verlichtenlindreulżyćaliviarоблегчатьavhjälpaผ่อนคลายdindirmeklàm dịu đi减轻 (anaku'fizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ξαλαφρώνω ανακουφίζω τον πόνο λόγια που ανακουφίζουν
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close