αναμαλλιασμένος

Μεταφράσεις

αναμαλλιασμένος

(anamaʎa'zmenos) αρσενικό

αναμαλλιασμένη

(anamaʎa'zmeni) θηλυκό

αναμαλλιασμένο

(anamaʎa'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
με ανακατεμένα μαλλιά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close