αναμειγνύω

Μεταφράσεις

αναμειγνύω

(anami'ɣnio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ανακατεύω αναμειγνύω όλα τα υλικά μαζί
2. βάζω κπ σε δύσκολη κατάσταση αναμειγνύω κπ σε μία βρώμικη υπόθεση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close