ανανεώνω

Μεταφράσεις

ανανεώνω

renew, rejuvenate, freshen, refurbishrenouveler, rajeunirيُجَدِّدُobnovitfornyerneuernrenovaruusiaobnovitirinnovare再開する다시 시작하다vernieuwenfornyewznowićrenovarобновлятьförnyaเริ่มใหม่yenilemekbắt đầu lại更新 (anane'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. εκσυγχρονίζω ανανεώνω τα μέσα επικοινωνίας
2. αναζωογονώ Το ταξίδι τον ανανέωσε.
3. αλλάζω ανανεώνω την γκαρνταρόμπα μου
4. παρατείνω ανανεώνω συμβόλαιο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close