αναπηρία

Μεταφράσεις

αναπηρία

disabilityhandicap, infirmitéعَجْزinvaliditahandicapBehinderungdiscapacidadvammainvaliditetdisabilità身体障害장애invaliditeituførhetniemożnośćdeficiênciaинвалидностьfunktionshinderความพิการsakatlıksự tàn tật残疾 (anapi'ria)
ουσιαστικό θηλυκό
μόνιμη σωματική ή πνευματική βλάβη μερική ολική αναπηρία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close