αναπληρώνω

Μεταφράσεις

αναπληρώνω

compensate, substitute, refillيُعْيدُ مِلْءdolítfylde op igennachfüllenrellenartäyttää uudelleenremplir à nouveauponovno napunitiricaricare補充する다시 채우다bijvullenetterfyllenapełnićreencherпополнятьfylla påเติมให้เต็มyeniden doldurmaklàm cho đầy lại补充 (anapli'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αντικαθιστώ κπ αναπληρώνω έναν καθηγητή
2. γεμίζω (κενό) αναπληρώνω ένα κενό
3. κερδίζω αναπληρώνω το χαμένο καιρό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close