αναρριχητής

(προωθήθηκε από αναρριχήτρια)
Μεταφράσεις

αναρριχητής

(anariçi'tis) αρσενικό

αναρριχήτρια

(anari'çitria) θηλυκό
ουσιαστικό
που σκαρφαλώνει στα βουνά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close