αναρχία

Μεταφράσεις

αναρχία

anarchyanarchieанархия, безвластиеanarşianarquíaAnarchieanarchiaanarchieanarquiaالفوضى无政府状态無政府狀態anarchieanarkiאנרכיהアナーキー (anar'çia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. πολιτική η κατάργηση κάθε εξουσίας H αναρχία δεν είναι πρόσφατη θεωρία.
2. μεταφορικά χάος, αταξία Εδώ επικρατεί αναρχία!
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close