ανασκαφή

Μεταφράσεις

ανασκαφή

excavationexcavaciónAusgrabungscavoраскопкиescavaçãoudgravning발굴 (anaska'fi)
ουσιαστικό θηλυκό
σκάψιμο αρχαιολογικές ανασκαφές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close