αναστολή

Μεταφράσεις

αναστολή

suspension, inhibition, reprieveinhibition, suspensionتَعْلِيق, كَبْحٌodložení, zábranahæmning, suspenderingAussetzung, Hemmungsuspensión, inhibiciónesto, keskeytysinhibicija, suspenzijainibizione, sospensione一時停止, 抑圧억제, 정지remming, schorsinghemning, utsettelsezahamowanie, zawieszeniesuspensão, inibiçãoподавленность, приостановкаhämning, upphängningการหยุดชั่วคราว, การหักห้ามใจaskıya alma, ketlenmesự đình chỉ, sự ức chế暂停, 约束суспензия暫停 (anasto'li)
ουσιαστικό θηλυκό
1. διακοπή η αναστολή της απεργίας
2. νομικά αναβολή ποινή με αναστολή
3. δισταγμός έχω ηθικές αναστολές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close