ανεξάρτητος

(προωθήθηκε από ανεξάρτητο)
Μεταφράσεις

ανεξάρτητος

(ane'xartitos) αρσενικό

ανεξάρτητη

(ane'xartiti) θηλυκό

ανεξάρτητο

independent, freelanceindépendantمُسْتَقِلٌnezávislýuafhængigunabhängigindependienteitsenäinenneovisanindipendente独立した독립적인onafhankelijkuavhengigniezależnyindependenteнезависимыйsjälvständigอิสระbağımsızđộc lập独立的, 独立獨立עצמאי (ane'xartito) ουδέτερο
επίθετο
1. αυτόνομος είμαι οικονομικά ανεξάρτητος ανεξάρτητο κράτος
2. άσχετος Αυτό είναι ανεξάρτητο θέμα.
3. που δεν επικοινωνεί δύο ανεξάρτητοι χώροι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close