ανεπτυγμένος

(προωθήθηκε από ανεπτυγμένη)
Μεταφράσεις

ανεπτυγμένος

(aneptiɣ'menos) αρσενικό

ανεπτυγμένη

(aneptiɣ'meni) θηλυκό

ανεπτυγμένο

developedentwickeltsviluppatoontwikkelddesenvolvidoudviklet開発개발utvecklat (aneptiɣ'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει αναπτυχθεί, εξελιχθεί οι ανεπτυγμένες χώρες
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close