ανησυχώ

Μεταφράσεις

ανησυχώ

(anisi'xo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. έχω μια έννοια σχετικά με κτ H υγεία της με ανησυχεί.
2. ενοχλώ, αναστατώνω κπ Μην τον ανησυχείς, κοιμάται.

ανησυχώ

worry, fretinquiéter, s'inquiéter, s’agiter, s’inquiéterpreoccupare, preoccuparsiيَقْلَقُ, يُقْلِقُstrachovat se, trápit sebekymre (sig)aufregen (sich), sorgen (sich)inquietarse, preocuparsemurehtia, olla huolissaanbrinuti se心配する, 気をもむ걱정하다, 안달나다piekeren, zorgen maken (zich)bekymre seg, engste (seg)zaniepokoić, zmartwić sięafligir-se, atormentar, inquietar-seбеспокоить(ся), беспокоиться, взволноватьсяoroa sig, reta upp (sig)กลัดกลุ้ม, วิตกกังวลendişe etmeklo lắng烦恼
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
είμαι αναστατωμένος, ταραγμένος Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά. ανησυχώ για κπ ανησυχώ που
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close