ανθεκτικός

Μεταφράσεις

ανθεκτικός

(anθekti'kos) αρσενικό

ανθεκτική

(anθekti'ci) θηλυκό

ανθεκτικό

durable, resistant, resilient, sturdyrésistant (anθekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε χαλάει ανθεκτικά παπούτσια
2. που δε χάνει εύκολα δυνάμεις ανθεκτικό παιδί
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close