ανοιξιάτικος

(προωθήθηκε από ανοιξιάτικη)
Μεταφράσεις

ανοιξιάτικος

(ani'ksçatikos) αρσενικό

ανοιξιάτικη

(ani'ksçatici) θηλυκό

ανοιξιάτικο

printempaprintanierвесенний (ani'ksçatiko) ουδέτερο
επίθετο
1. της άνοιξης ανοιξιάτικο πρωινό
2. κατάλληλο για την άνοιξη ανοιξιάτικο φόρεμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close