ανορεξία

Μεταφράσεις

ανορεξία

anorexiaanorexieفقدان الشَّهِيةanorexieanoreksiMagersuchtanorexiaanoreksiaanoreksijaanoressia拒食症식욕 부진증anorexia nervosaanoreksianoreksjaanorexiaанорексияanorexiโรคกลัวอ้วนanoreksichứng biếng ăn厌食Анорексия厭食אנורקסיה (anore'ksia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. έλλειψη διάθεσης για φαγητό Έχει ανορεξία γιατί είναι άρρωστη.
2. ιατρική παθολογική άρνηση για τροφή Η ανορεξία χτυπάει κυρίως τους εφήβους.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close