αντίγραφο

Μεταφράσεις

αντίγραφο

copy, replica, transcriptcopie, transcriptionنُسْخَةkopie, přepisafskrift, kopiAbschrift, Exemplarcopia, transcripciónkopio, puhtaaksi kirjoitettu asiakirjakopija, transkriptcopia, trascrizione写し, 複製사본afschrift, reproductiekopikopiacópia, transcriçãoкопияavskrift, kopiaใบรับรองผลการศึกษา, ทำสำเนาbelge, taklitbản chép lại, bản sao复制, 抄本копиеעותק (a'ndiɣrafo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. φωτοτυπία ακριβές αντίγραφο
2. απομίμηση έργου αντίγραφο πίνακα
3. μεταφορικά για μεγάλη ομοιότητα Είναι αντίγραφο της αδερφής της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close