αντιδράω

Μεταφράσεις

αντιδράω

(andi'ðrao)

αντιδρώ

(andi'ðro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. διαμαρτύρομαι αντιδράω βίαια αντιδράω σε μια παράδοση
2. εκδηλώνω πάθηση Το δέρμα μου αντιδράει στις ακτίνες του ήλιου.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close