αντισηπτικός

(προωθήθηκε από αντισηπτική)
Μεταφράσεις

αντισηπτικός

(andisipti'kos) αρσενικό

αντισηπτική

(andisipti'ci) θηλυκό

αντισηπτικό

antisepticantiseptique (andisipti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που απολυμαίνει
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close