αξίωση

Αναζητήσεις σχετικές με αξίωση: αξιώνω
Μεταφράσεις

αξίωση

pretension, claim, demandexigence, prétentionreclamar (a'ksiosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. απαίτηση προβάλλω αξιώσεις (πάνω) σε ζωή χωρίς αξιώσεις
2. πολύ καλός
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close