αξιοπρεπής

(προωθήθηκε από αξιοπρεπές)
Μεταφράσεις

αξιοπρεπής

(aksiopre'pis) αρσενικό-θηλυκό

αξιοπρεπές

décentdignified, poised, decentمُحْتَرَمucházejícíanstændiganständigdecentekunnollinenpristojandecenteきちんとした신분에 맞는fatsoenlijkanstendigprzyzwoitydecenteпристойныйhyggligเหมาะสมuygunnghiêm chỉnh像样的, 体面體面 (aksiopre'pes) ουδέτερο
επίθετο
1. συνεπής ως προς τις αρχές του παραμένω αξιοπρεπής
2. ευπρεπής αξιοπρεπής εμφάνιση
3. που εμπνέει σεβασμό αξιοπρεπής κύριος
4. αποδεκτός αξιοπρεπής παρουσίαση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close