αξύριστος

(προωθήθηκε από αξύριστο)
Μεταφράσεις

αξύριστος

(a'ksiristos) αρσενικό

αξύριστη

(a'ksiristi) θηλυκό

αξύριστο

غَيْرُ حَلِيقneoholenýubarberetunrasiertunshavensin afeitarparroittunuthirsuteneobrijannon rasatoひげを剃っていない면도하지 않은ongeschorenubarbertnieogolonynão barbeadoнебритыйorakadไม่โกนหนวดเคราtıraşsızkhông cạo râu未刮过脸的 (a'ksiristo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει ξυριστεί
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close