απέχω

Μεταφράσεις

απέχω

abstain, differ, refrainabstenerseastenersis'abstenironthoudenabster-seالامتناع عن التصويتвъздържат投弃权票投棄權票avstå (a'pexo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βρίσκομαι σε απόσταση Ο σταθμός απέχει ένα χιλιόμετρο από εδώ.
2. δεν έχω σχέση απέχω από την πραγματικότητα
3. δε συμμετέχω απέχω από ένα κύκλωμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close