απαλλάσσω

Μεταφράσεις

απαλλάσσω

acquit, free, release, absolve, exempt, exonerate, ridabsoudre, exonérer, innocenter, libéreruniewinnić, uwolnić, zwolnićbefreienتخليص摆脱擺脫 (apa'laso)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. απελευθερώνω κπ απαλλάσσω κπ από τις υποχρεώσεις του
2. νομικά αθωώνω απαλλάσσω κατηγορούμενο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close