απασχόληση

Μεταφράσεις

απασχόληση

occupation, livelihood, pastime, employmentoccupation, emploioccupazione, impiegoوَظِيفَةzaměstnáníansættelseAnstellungempleotyöllisyyszaposlenje雇用고용betaald werkansettelsezatrudnienieempregoзанятостьanställningงานişe almaviệc làm职业 (apa'sxolisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ασχολία Η αγαπημένη του απασχόληση είναι ο κήπος.
2. εργασία μία επαγγελματική απασχόληση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close