απελπίζω

Μεταφράσεις

απελπίζω

malesperidésespérer (apel'pizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αποκαρδιώνω Η στάση του με απελπίζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close