απελπιστικός

(προωθήθηκε από απελπιστική)
Μεταφράσεις

απελπιστικός

(apelpisti'kos) αρσενικό

απελπιστική

(apelpisti'ci) θηλυκό

απελπιστικό

desperateverzweifeltdisperataотчаянноеdesesperada绝望絕望desperateנואשתdesperat (apelpisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς ελπίδα βελτίωσης Η κατάσταση είναι απελπιστική.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close