απεργώ

Μεταφράσεις

απεργώ

strikefaire grève, frapperيَضْرِبُpostihnoutslå tilstreikenasestar un golpe, hacer huelgaolla lakossaštrajkatiscioperareストライキをする동맹 파업을 하다toeslaanstreikezastrajkowaćatacar, estar em greveбить, бастоватьstrejkaหยุดงานประท้วงgrev yapmakđánh打击 (aper'ɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
απέχω από τη δουλειά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close