αποκαλυπτικός

(προωθήθηκε από αποκαλυπτική)
Μεταφράσεις

αποκαλυπτικός

(apokalipti'kos) αρσενικό

αποκαλυπτική

(apokalipti'ci) θηλυκό

αποκαλυπτικό

apocalyptiqueapocalyptic (apokalipti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που φανερώνει κτ κρυφό αποκαλυπτικό άρθρο
2. τολμηρός αποκαλυπτικά ρούχα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close