αποκλείομαι

Μεταφράσεις

αποκλείομαι

(apo'kliome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. (για τόπο) γίνομαι αδιάβατος Αποκλείστηκαν οι δρόμοι από τα χιόνια.
2. δεν μπορώ να φύγω Αποκλειστήκαμε στο νησί.
3. δε γίνεται
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close