απολογητικός

(προωθήθηκε από απολογητικό)
Μεταφράσεις

απολογητικός

(apoloʝiti'kos) αρσενικό

απολογητική

(-'c-i) θηλυκό

απολογητικό

(apoloʝiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που φαίνεται ένοχος απολογητικό γράμμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close