απορροφητικός

(προωθήθηκε από απορροφητική)
Μεταφράσεις

απορροφητικός

(aporofiti'kos) αρσενικό

απορροφητική

(aporofiti'ci) θηλυκό

απορροφητικό

absorbentabsorbant (aporofiti'ko)
επίθετο
που μαζεύει το νερό απορροφητικό χαρτί
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close