αποφασίζω

Μεταφράσεις

αποφασίζω

decide, determine, resolve, ruledéciderيُقَرِّرُrozhodnout (se)beslutteentscheiden (sich)decidirpäättääodlučitidecidere決定する결심하다beslissenbestemmezdecydowaćdecidirрешатьbestämmaตัดสินใจkarar vermekquyết định决定реши決定להחליט (apofa'sizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
παίρνω μια απόφαση αποφασίζω να φύγω Αποφάσισε επιτέλους!
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close