απρόσιτος

(προωθήθηκε από απρόσιτο)
Μεταφράσεις

απρόσιτος

(a'prositos) αρσενικό

απρόσιτη

(a'prositi) θηλυκό

απρόσιτο

inaccessible (a'prosito) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν πλησιάζεται εύκολα απρόσιτος τόπος
2. μεταφορικά με τον οποίο δεν κάνουμε εύκολα σχέση απρόσιτος άνθρωπος
3. για το οποίο δεν έχουμε τη δυνατότητα απρόσιτες τιμές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close