απόλυτος

(προωθήθηκε από απόλυτο)
Αναζητήσεις σχετικές με απόλυτο: απολύτως
Μεταφράσεις

απόλυτος

(a'politos) αρσενικό

απόλυτη

(a'politi) θηλυκό

απόλυτο

absolute, outright, utterabsoluабсолютныйabsolutaAbsolute絕對absolutníabsoluuttinenמוחלט절대 (a'polito) ουδέτερο
επίθετο
1. πλήρης απόλυτη ησυχία
2. ακλόνητος είμαι απόλυτος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close