απόμακρος

Μεταφράσεις

απόμακρος

(a'pomakros) αρσενικό

απόμακρη

(a'pomakri) θηλυκό

απόμακρο

éloignédistant, remote (a'pomakro) ουδέτερο
επίθετο
1. μακρινός απόμακρο χωριό
2. μεταφορικά που κρατάει απόσταση Είναι απόμακρη μαζί μου.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close