απόφαση

Μεταφράσεις

απόφαση

beskikkingbeslutningEntscheidungdecisiondecidodecisióndecidodécision, arrêtéהחלטהdecisionebeslissing, besluitdecyzjadecisãokararقَرَارrozhodnutípäätösodluka決定결심avgjørelseрешениеbeslutการตัดสินใจsự quyết định决定 (a'pofasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το αποτέλεσμα επιλογής παίρνω απόφαση να βιαστική απόφαση
αποδέχομαι Είναι νεκρός, ας το πάρουμε απόφαση.
2. νομικά κρίση δικαστική απόφαση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close