αραιός

(προωθήθηκε από αραιή)
Μεταφράσεις

αραιός

(are'os) αρσενικό

αραιή

(are'i) θηλυκό

αραιό

sparse, thin (are'o) ουδέτερο
επίθετο
1. λίγος αραιά μαλλιά
2. με κενά ανάμεσά τους αραιά δόντια
3. που δεν έχει πήξει αραιή σάλτσα
4. σπάνιος αραιές επισκέψεις
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close