αργώ

Μεταφράσεις

αργώ

tarderспізнюватися (ar'ɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κάνω πολλή ώρα αργώ να καταλάβω Αργεί να φύγει.
2. καθυστερώ Άργησα στη δουλειά μου. Άργησε να το κάνει.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close