αριστοκρατικός

(προωθήθηκε από αριστοκρατικό)
Μεταφράσεις

αριστοκρατικός

(aristokrati'kos) αρσενικό

αριστοκρατική

(aristokrati'ci) θηλυκό

αριστοκρατικό

aristocraticaristocratique (aristokrati'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που ανήκει στην αριστοκρατία αριστοκρατικός κύκλος
2. μεταφορικά αρχοντικός αριστοκρατικοί τρόποι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close