αρνίσιος

(προωθήθηκε από αρνίσιο)
Μεταφράσεις

αρνίσιος

(ar'nisços)

αρνίσια

(ar'nisça)

αρνίσιο

(ar'nisço)
επίθετο
που προέρχεται από αρνί αρνίσιο κρέας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close