ασταμάτητα

Μεταφράσεις

ασταμάτητα

incessamment (asta'matita)
επίρρημα
χωρίς παύση Φωνάζει ασταμάτητα.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close