αστικός

(προωθήθηκε από αστικό)
Μεταφράσεις

αστικός

(asti'kos) αρσενικό

αστική

(asti'ci) θηλυκό

αστικό

urbanгородской城市城市Urbanעירוני都市도시Urban (asti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. της πόλης αστικό κέντρο αστικές συγκοινωνίες
2. οι αστοί
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close