ασφάλιση

Μεταφράσεις

ασφάλιση

insuranceassuranceتَأْمِيـنُpojištěníforsikringVersicherungsegurovakuutusosiguranjeassicurazione保険보험verzekeringforsikringubezpieczenieseguroстраховое соглашениеförsäkringการประกันsigortabảo hiểm保险 (a'sfalisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. συμβόλαιο από ασφαλιστική εταιρεία ασφάλιση πυρκαγιάς
2. φροντίδα, κάλυψη κοινωνική ασφάλιση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close