ατάραχος

(προωθήθηκε από ατάραχη)
Μεταφράσεις

ατάραχος

(a'taraxos) αρσενικό

ατάραχη

(a'taraçi) θηλυκό

ατάραχο

composed, impassive, serene, unruffled (a'taraxo) ουδέτερο
επίθετο
ψύχραιμος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close